
Ελευσίνα: Με μεγάλη επιτυχία παρουσιάστηκε το βιβλίο του Μ. Μαΐλη, «1914 – 1917 Ο “εθνικός” διχασμός στο φως της ταξικής πάλης»
Σε μια συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα έγινε το βράδυ της Κυριακής στην Ελευσίνα η παρουσίαση του βιβλίου του Μάκη Μαΐλη, «1914 – 1917 Ο “εθνικός” διχασμός στο φως της ταξικής πάλης», που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή», μια πολύτιμη και επίκαιρη έκδοση, που δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη.
Ο σύντροφος Μάκης Μαΐλης, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, τον Γενάρη του 2021, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το βιβλίο. Τη δύσκολη αυτή αποστολή ανέλαβε στη συνέχεια το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και την έφερε σε πέρας με τον καλύτερο τρόπο.
Η έκδοση παρουσιάστηκε χτες στη γενέτειρά του, παρουσία πλήθους κόσμου, που γέμισε την αίθουσα του «Σινέ Ελευσίς».
Την παρουσίαση έκανε η Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ (ολόκληρη η ομιλία επισυνάπτεται σε pdf).
Παραβρέθηκαν πολυμελής αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ, αντιπροσωπεία του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, η οικογένειά του, σύντροφοι, συναγωνιστές και φίλοι που τον γνώρισαν και πάλεψαν μαζί του τα πολλά χρόνια που πρόσφερε ακούραστα στη δουλειά του Κόμματος στην Ελευσίνα.
Στο φουαγιέ της αίθουσας λειτουργούσε βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης εποχής» και η έκδοση έγινε πραγματικά ανάρπαστη.
Την εκδήλωση άνοιξε ο Βαγγέλης Γκίνης, μέλος της Τομεακής Επιτροπής Βορειοδυτικών της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ. Μιλώντας για το βιβλίο, είπε πως είναι εξαιρετικά επίκαιρο και πως «η ανάγνωση του προσφέρει πολύτιμα εφόδια στα μέλη και τους φίλους του Κόμματος, σε κάθε άνθρωπο που σκέπτεται, προβληματίζεται και αγωνιά για όσα συμβαίνουν γύρω μας».
Για τον Μάκη Μαΐλη είπε πως «εμείς οι νεότεροι, ακολουθώντας το παράδειγμά του, προσπαθούμε καθημερινά να σκεπτόμαστε και να εξετάζουμε κάθε εξέλιξη με βάση την επαναστατική θεωρία του Κόμματός μας. Τοποθετώντας δηλαδή το κάθε ζήτημα στην ιστορική του βάση και εξετάζοντας το πάντα μέσα από το πρίσμα της ταξικής πάλης, που είναι η κινητήριος δύναμη της Ιστορίας και της κοινωνικής εξέλιξης.
Διαβάζοντας τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, αισθανθήκαμε σαν να τον περιτριγυρίζουμε ακόμα μια φορά, στις συζητήσεις που επεδίωκε ο ίδιος να κάνει μαζί μας, λόγω της έγνοιας που είχε για τους νέους συντρόφους και συντρόφισσες, για τα παιδιά της ΚΝΕ, για να γνωρίσουμε την ηρωική ιστορία του Κόμματος και των αγώνων του λαού μας. Ο λιτός μα τόσο διεισδυτικός και περιεκτικός του λόγος μάς συνοδεύει καθημερινά στους αγώνες του σήμερα».
Πριν δώσει τον λόγο στην Ελένη Μπέλλου, αναφέρθηκε στους αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ελληνική εμπλοκή που έγιναν στην περιοχή το τελευταίο διάστημα, αναδεικνύοντας τους κινδύνους από τη μετατροπή της Ελευσίνας σε κόμβο των αμερικανικών σχεδιασμών και των ανταγωνισμών τους με την Κίνα, καλώντας τους εργαζόμενους και τον λαό σε ξεσηκωμό.
Μιλώντας για την έκδοση του βιβλίου, στην αρχή της ομιλίας της η Ελένη Μπέλλου σημείωσε:
«Ο Μάκης μάς είχε υποσχεθεί, στο Τμήμα Ιστορίας, στο Κόμμα, τη μελέτη του “Εθνικού” Διχασμού στα χρόνια 1914-1917 στο φως της ταξικής πάλης. Κι εμείς, το Κόμμα, του χρωστάγαμε την ολοκλήρωση της έκδοσής της, γιατί – όπως θα δείτε στο προλογικό σημείωμα- ο Μάκης δεν είχε προλάβει να την ολοκληρώσει.
“Κλείσαμε” αυτή την εκκρεμότητα στα 5 χρόνια από τότε που ο Μάκης έφυγε από τη ζωή και μας άφησε μόνους στα δικά του και στα δικά μας καθήκοντα, στην πάλη για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό, που ήταν ο σκοπός της ζωής του. Ειδικότερα μας άφησε μόνους στα καθήκοντα του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, του οποίου είχε την ευθύνη ως μέλος της ΚΕ.
Και είναι αλήθεια ότι ήταν βαρύ το πρόγραμμα που και με τη δική του συμβολή είχε δρομολογηθεί με επίκεντρο τη συνέχιση στην έκδοση των Τόμων του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, εργασία στην οποία ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένος ο Μάκης Μαΐλης.
Έτσι, αυτή η καθυστέρησή μας για την επιμέλεια αυτής της έκδοσης, θα έλεγα ότι ήταν και με τη δική του έγκριση. Δεν θα μας συγχωρούσε καθυστέρηση στη μελέτη – συγγραφή – διαδικασία συλλογικής έγκρισης και έκδοσης των επόμενων Τόμων. Μετά το θάνατό του πραγματοποιήσαμε την έκδοση του Τόμου για την περίοδο της δικτατορίας, είναι σ’ εξέλιξη η μελέτη – συγγραφή για την περίοδο 1974-1991.
Θα έλεγα ότι η πιο ουσιαστική μνημόνευση του Μάκη Μαΐλη είναι να διδαχτούμε από την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και την προσήλωση που τον χαρακτήριζε στην εκπόνηση ενός τέτοιου καθήκοντος.
Και είναι γεγονός ότι ο Μάκης κατόρθωνε να ασχολείται ατομικά και συλλογικά με την Ιστορία του Κόμματος και της ταξικής πάλης ακόμα και σε συνθήκες που δεν ήταν η μοναδική του χρέωση από την ΚΕ, δηλαδή ακόμα και όταν ήταν υπεύθυνος στο Γραφείο Τύπου της ΚΕ του Κόμματος».
Κάνοντας εκτενή αναφορά στις εξελίξεις του ιμπεριαλιστικού πολέμου που κλιμακώνεται και της ελληνικής εμπλοκής, η Ελένη Μπέλλου σημείωσε: «Σε αυτές τις συνθήκες έχει ιδιαίτερη σημασία να φωτιστεί η τρέχουσα ιδεολογική – πολιτική ταξική πάλη απέναντι στα αστικά ιδεολογικά – πολιτικά συνθήματα για “εθνική ομόνοια” και “εθνική υπερηφάνεια”, γιατί το ελληνικό κράτος έστειλε πρώτο τις φρεγάτες στην Κύπρο, συστοιχίες “Πάτριοτ” στη Σαουδική Αραβία, στην Ουκρανία.
Να φωτιστεί τι σημαίνει η αναζήτηση ξένων συμμάχων και προστατών με ισχυρή δύναμη σε πολεμικά μέσα – συστήματα για τη δήθεν υπεράσπιση της “εθνικής ακεραιότητας”. Το τι σημαίνει “εθνική ομόνοια” ή αντίθετα “εθνικός διχασμός”, με ταξικά κριτήρια, “στο φως” της ταξικής πάλης.
Είναι ο λόγος που κάνει επίκαιρη τη θεματική του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα (…) Ο στόχος του Μάκη Μαΐλη στο παρόν βιβλίο είναι η αποκάλυψη της ταξικότητας του “εθνικού διχασμού”, το ότι ο διχασμός αφορούσε την αστική τάξη, την αστική εξουσία.
Διαβάζουμε στις σελίδες 140-141, στο κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο “Περιπλοκή των διεθνών και εσωτερικών ενδοαστικών αντιθέσεων – Αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος”:
“Από τη μια, τμήμα της αστικής τάξης της Παλαιάς Ελλάδας, ένα σημαντικό μέρος του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου και έμποροι που είχαν οικονομικές συναλλαγές με τη Γερμανία. Όλοι αυτοί εκφράζονταν πολιτικά από τον Κωνσταντίνο. Μαζί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις κυβερνήσεις του, πρωτεύοντα ρόλο στην πολιτική της “ουδετερότητας” έπαιζε το Γενικό Επιτελείο Στρατού (Δούσμανης, Μεταξάς) (…)
Από την άλλη, τα πιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου, εφοπλιστές και τμήματα του παροικιακού ελληνισμού (βιομήχανοι – τραπεζίτες), που μετεγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή επρόκειτο να μετεγκατασταθούν, αλλά και αυτά των Νέων Χωρών που είχαν στενούς δεσμούς κυρίως με τη Μ. Βρετανία και ανέμεναν ευοίωνες προοπτικές κερδοφορίας από τον πόλεμο και την επέκταση των συνόρων.
Οι Έλληνες εφοπλιστές θα έκαναν με τον πόλεμο χρυσές δουλειές, έχοντας την προστασία του βρετανικού και του γαλλικού στόλου, ενώ σειρά βιομήχανων και άλλων αστών τάχτηκαν με την πολιτική του Βενιζέλου, αφού “οι πολεμικές συνθήκες -πέρα του Ελληνικού Πυριτιδοποιείου- ευνόησαν κυρίως τη βιομηχανία τροφίμων και τον κλάδο του Δέρματος. Τα μισά περίπου νέα εργοστάσια του πολέμου ήταν βιομηχανίες τροφίμων” (πηγή υπουργείο Εθνικής Οικονομίας).
Γίνεται φανερό ότι δεν ήταν γενικά “εθνικός” διχασμός. Βέβαια, επίπλαστη είναι και η αντίθετη έννοια, της “εθνικής ενότητας”. Γιατί μέσα σ’ ένα έθνος, όπως έχει ιστορικά διαμορφωθεί, υπάρχουν αντίπαλες τάξεις, η αστική εκμεταλλεύτρια που ζει σε βάρος της εκμεταλλευόμενης εργατικής τάξης, ακόμα και σε βάρος των λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, δηλαδή σε βάρος των ατομικών παραγωγών, εμπόρων, των κάθε είδους εργασίας αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο.
Ο Μάκης, ασχολούμενος ιστορικά με τον αστικό διχασμό των χρόνων 1914-1917, είχε ως στόχο του να φωτίσει ότι μέσα σε μια χώρα, συγκροτημένη σ’ ένα αστικό κράτος που εξ αντικειμένου διαμορφώνει μια εθνική συνείδηση, ταυτόχρονα αυτή η εθνική συνείδηση δεν μπορεί να είναι υπεράνω της ταξικής συνείδησης και πάλης, δεν σβήνει τα αντίπαλα ταξικά συμφέροντα.
Γι’ αυτό και υπάρχουν δύο πατρίδες μέσα στην ίδια χώρα. Γι’ αυτό και η στρατηγική του επαναστατικού εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να συμπέσει με τη στρατηγική έστω ενός τμήματος της αστικής τάξης, ακόμα και στη λεγόμενη ουδετερότητα σ’ έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Ο Μάκης Μαΐλης, με πηγή την Παγκόσμια Ιστορία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, εύστοχα αναφέρει στη σελ. 117: “Η αστική τάξη αρχικά «ουδέτερων» κρατών έβλεπε την ουδετερότητα και ως στοιχείο διαπραγμάτευσης για τη συμμετοχή σε εδαφικές προσαρτήσεις, ενώ και τα εμπόλεμα ήδη κράτη και των δύο ιμπεριαλιστικών συνασπισμών υπολόγιζαν στην ενίσχυση των θέσεών τους με την είσοδο και άλλων κρατών. Καθένας από τους εμπόλεμους προσπαθούσε να πάρει με το μέρος του τα κράτη αυτά ή να εξασφαλίσει ευνοϊκή ουδετερότητα ως το τέλος του πολέμου”.
Μήπως μας θυμίζει τη σημερινή διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ – Ευρωπαϊκών κρατών του ΝΑΤΟ;».
«Το διαχρονικό συμπέρασμα είναι ότι το εργατικό κίνημα μόνο συγκυριακά μπορεί να συμπέσει με κάποιες επιλογές ενός μέρους της αστικής τάξης και όχι ως στρατηγική σύμπλευση με τους πολιτικούς φορείς της» είπε σε άλλο σημείο η Ελένη Μπέλλου και συνέχισε:
«Μπορεί όμως να αξιοποιήσει αυτές τις αντιθέσεις, τη διάσπαση της αστικής τάξης με σκοπό να αποδυναμώσει τη χειραγωγική δύναμή της προς τις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις και όχι για να της δώσει το “φιλί της ζωής”. Αυτό το συμπέρασμα έχει τεράστια σημασία σήμερα. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένας ευρύτερος τοπικός πόλεμος και δεν είναι μόνο για τα πετρέλαια και το φυσικό αέριο στον Περσικό Κόλπο.
Είναι πόλεμος των ΗΠΑ μαζί με το σύμμαχο Ισραήλ, για να ανακόψουν τον κινεζικό δρόμο προς την Ευρώπη μέσω της Μεσογείου. Είναι έκφραση του ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας στον οποίο κάποια κράτη, όπως το τουρκικό, ανάλογα και με τα δικά τους καπιταλιστικά συμφέροντα, συχνά πατάνε σε δυο βάρκες, και με τις ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και με την Κίνα – BRICS.
Αυτά που προβάλλονται δημόσια, ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν στρατηγική στον πόλεμό τους ενάντια στο Ιράν, είναι προσχηματικά. Οι αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών του ΝΑΤΟ σχετίζονται και με ήδη υπάρχουσες επενδύσεις της Κίνας σε λιμάνια -και όχι μόνο- της Ευρώπης, από τον Πειραιά (με την COSCO) έως το Ρότερνταμ, σ’ όλη τη Μεσόγειο.
Το πολυδιαφημισμένο ΝΑΤΟ ως ο ανίκητος στρατιωτικός – πολιτικός συνασπισμός, απαραίτητος για τη δήθεν εξασφάλιση της προστασίας μιας “εθνικής – κρατικής οντότητας”, τρώει τις σάρκες του από τα δικά του “μικρόβια”, τις αντιφάσεις του, τους ανταγωνισμούς του.
Οι ρωγμές στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, στο εσωτερικό κάθε κράτους δεν πρέπει να ορθώνονται ως διλήμματα στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, πρώτα απ’ όλα στο ΚΚ, για επιλογή συμμάχων, αλλά να αξιοποιούνται για να κερδίζει έδαφος η ιδεολογική – πολιτική χειραφέτηση των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, η οργάνωση της πάλης τους για τη σύγκρουση και την ανατροπή.
Μιλώντας για τη Μεγάλη Ιδέα, η Ελένη Μπέλλου σημείωσε μεταξύ άλλων: «Άμεσα σχετιζόμενο με το κεντρικό θέμα του βιβλίου του Μάκη Μαΐλη για τον “εθνικό διχασμό” είναι το 2ο κεφάλαιο, που αφορά τη “Μεγάλη Ιδέα”, δηλαδή το ιδεολογικό σύνθημα της αστικής στρατηγικής για την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.
Φυσικά, ο επεκτατισμός είναι θεμελιακό συστατικό του κάθε καπιταλιστικού έθνους-κράτους, που βέβαια εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την ιστορική εποχή και τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες συγκρότησής του.
Η ιδιαιτερότητα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από τα πολύ περιορισμένα όρια της συγκρότησής του ελληνικού αστικού κράτους, λόγω και της στρατιωτικής ήττας της αλλά και των συμφερόντων των πιο ισχυρών τμημάτων των Ελλήνων καπιταλιστών, των διασυνδέσεών τους με την Αγγλία, τη Γαλλία, των αντιθέσεών του με τη Ρωσία και την επίδραση όλων αυτών στην εξισορρόπηση με τα συμφέροντά τους σε σχέση και με τη σε κρίση Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Έχει σημασία να προσέξει ο αναγνώστης το εξής: Παρά την ύπαρξη διαφορετικών τμημάτων της ελληνικής και της ομοεθνούς αστικής τάξης που τα συμφέροντά τους αποτυπώνονται σε διαφορετικά αστικά πολιτικά κόμματα, στο νεοφερμένο θεσμό της Βασιλείας στην Ελλάδα, που αντανακλά και τις σχέσεις τους με άλλα κράτη, παρά τις όποιες διαφορές τους, δεν διαφοροποιούνται ως προς τη Μεγάλη Ιδέα, τον στρατηγικό στόχο της Μεγάλης Ελλάδας. Διαφοροποιούνται μόνο ως προς το σε ποια εδάφη η επέκτασή της, πότε και με ποιους συμμάχους.
Αυτό αποτέλεσε και τη βάση και για τον «εθνικό διχασμό» στα χρόνια 1914-1917, στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Δηλαδή, για τον “διχασμό” όχι γενικά του έθνους, όπως θέλουν να τον παρουσιάζουν, αλλά της αστικής τάξης.
Φυσικά, ο “διχασμός” της αστικής τάξης, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα και για τον κλονισμό της αστικής εξουσίας, κάτι που αντικειμενικά δεν μπορούσε να συμβεί εκείνη την περίοδο, που ούτε το Κόμμα δεν είχε ιδρυθεί.
Όμως, βγαίνουν συμπεράσματα που αφορούν και την άμεσα αντίπαλη τάξη, την εργατική: Αφορούν τον βαθμό της ιδεολογικής αφύπνισης – χειραφέτησής της και τον βαθμό αυτοτελούς οργάνωσής της, όχι μόνο ως προς την κατώτερη μορφή της συνδικαλιστικής (ή οικονομικής) οργάνωσης, αλλά κυρίως ως προς την οργάνωση της ιδεολογικοπολιτικής πρωτοπορίας της, δηλαδή την ύπαρξη Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αφορούν και το τι Πρόγραμμα έχει το ΚΚ, αν θέτει στόχο την ανατροπή της αστικής εξουσίας για την επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας με σκοπό την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τη σοσιαλιστική οικοδόμηση».
Κλείνοντας την ομιλία της, η Ελένη Μπέλλου στάθηκε ανάμεσα σε άλλα στα εξής: «Στη γενική παρουσίαση του βιβλίου θα ήθελα να επισημάνω την προσήλωσή του στη μέθοδο της μαρξιστικής ανάλυσης. Δηλαδή εξετάζει τα γεγονότα της πολιτικής και στρατιωτικής διάσπασης της αστικής τάξης στη βάση της εξέλιξης των οικονομικών συμφερόντων διαφορετικών τμημάτων της και μάλιστα σ’ ένα χρονικό βάθος, ξεκινώντας ουσιαστικά από το 1897 με τη λήξη των στρατιωτικών συγκρούσεων του ελληνικού αστικού κράτους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
(…) Και σε άλλα κεφάλαια ή ενότητες κεφαλαίων, υπάρχουν ιδεολογικά – πολιτικά μηνύματα, συμπεράσματα χρήσιμα για τη διαμόρφωση ταξικής πολιτικής συνείδησης, κάτι που είναι ιδιαίτερα αναγκαίο για τις νεαρές και νεότερες ηλικίες.
(…) Στον επίλογο επισημαίνεται ότι “στη μεταπολεμική ελληνική ιστορία οι ενδοαστικές αντιθέσεις δεν ξαναέφτασαν σε επίπεδο «εθνικού» διχασμού”. Βέβαια και στον ιμπεριαλιστικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε το πολιτικό – στρατιωτικό αστικό τμήμα που άμεσα συνεργάστηκε με τις τριμερείς κατοχικές δυνάμεις, αλλά υπήρχε και το τμήμα που μεταφερόμενο εκτός Ελλάδας συνεργάστηκε με τη Βρετανία.
Σήμερα, οι τρέχοντες ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι έχουν φέρει τριγμούς και μέσα στο ίδιο το κυβερνητικό κόμμα. Όσο κι αν θέλει η ΝΔ να παρουσιάζεται ως το κόμμα της πολιτικής σταθερότητας, αξιοποιώντας την πολυδιάσπαση της σοσιαλδημοκρατίας, η ίδια η όξυνση των καπιταλιστικών αντιθέσεων και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών είναι που οδηγεί σε διάρρηξη της συνοχής και της σταθερότητας της αστικής εξουσίας.
Τα μηνύματα του βιβλίου είναι χρήσιμα για το σήμερα, βοηθούν στην εμβάθυνση της στρατηγικής του Κόμματος που απορρέει από το Πρόγραμμά του. Συμβάλλουν στην κατανόηση της Απόφασης του 22ου Συνεδρίου που επεξεργάζεται την κατεύθυνση για ανάπτυξη της καθημερινής δράσης υπηρετώντας τον στόχο συγκέντρωσης και μαχητικοποίησης των δυνάμεων της επαναστατικής ανατροπής, για τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Εύχομαι δημιουργική ανάγνωση, στη μνήμη του Μάκη Μαΐλη».










